Οι μεγάλοι φοβούνται τον Μορμόλη γιατί δεν τον φοβούνται τα παιδιά

Όταν πάτε σπίτι όλοι να προσέξετε
όλα γίνονται Μορμόλης για να παίξετε

Προσωπικά, μεγάλωσα με τον Μορμόλη. Nαι μεν, όταν παίχτηκε για πρώτη φορά η παράσταση στην Ελλάδα από τον θίασο της Ξένιας Καλογεροπούλου, με πρωταγωνιστές τον Χρήστο Βαλαβανίδη, την Τάνια Τσανακλίδου, την Έρση Μαλικένζου και αφηγητή τον Γιάννη Φέρτη, ήμουν αγέννητη και θα παρέμενα αγέννητη και για αρκετά χρόνια ακόμα, αλλά την είχα δει τη δεύτερη φορά που ανέβηκε, το 1986, στο θέατρο Πόρτα, μαθήτρια πρώτης δημοτικού. Και τότε απέκτησα, την αγοράσαμε δηλαδή από το θέατρο, και την ΚΑΣΕΤΑ. Την κασέτα «Ο Μορμόλης», με όλο το θεατρικό κείμενο και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού, που την είχα μάθει απέξω. Κι όταν ύστερα από 20 χρόνια έγινα μαμά, φρόντισα η κασέτα, μασημένη και κάποια στιγμή, δυστυχώς, πεταμένη, να αντικατασταθεί από το CD, ώστε να μάθουν τα παιδιά μου από μωρά τον Μορμόλη. Το CD το έχουμε φυσικά εις διπλούν, μια στο αυτοκίνητο και μια στο σπίτι και μέσα σε μια δεκαετία είναι τόσο χιλιοπαιγμένο που απορώ πώς αντέχει. 

Φέτος, ο Μορμόλης μάς επιφύλαξε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Επέστρεψε. 45 χρόνια μετά την πρώτη του επίσκεψη στην αθηναϊκή σκηνή, θα τον βρείτε κάθε Κυριακή στο Σύγχρονο Θέατρο, καθώς ο Γιώργος Παλούμπης και ο Βασίλης Κουκαλάνι ανέλαβαν να τον «φρεσκάρουν» και να τον παρουσιάσουν εκ νέου στα παιδιά. Μιλήσαμε, λοιπόν, με τρεις από τους ηθοποιούς που συμμετέχουν στην παράσταση, με τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο, με την Βασιλική Διαλυνά και  με τον Αντώνη Χρήστου και τους ζητήσαμε να μοιραστούν μαζί μας την εμπειρία της συμμετοχής τους σε ένα από τα κορυφαία παιδικά θεατρικά έργα.

Γεια σας, ηθοποιοί του Μορμόλη! Θέλετε να μας συστηθείτε λέγοντας ποιον ρόλο παίζει ο καθένας σας! 

Α.Τ. Γεια σας και σας! Εγώ είμαι ένας ηθοποιός που παίζει έναν ηθοποιό, που τον φωνάζουν Γκρινιάρη, που ερμηνεύει τον Κακό Δράκο φορώντας ένα κοστούμι κροκόδειλου, μέχρι τη στιγμή, που ο Ρίκης και η Μάντα τον βάζουν να παίξει στο δικό τους έργο, τον Μορμόλη, με αποτέλεσμα ο ηθοποιός Γκρινιάρης να γίνει ο γκρινιάρης γείτονας Κύριος Μπουρίνιας, να γίνει Δήμαρχος και μέχρι και υπουργός να γίνει. 

Β.Δ. Εγώ είμαι η Θεία και η Δασκάλα.

Α.Χ. Εγώ παίζω τον Ρίκη, το ένα από τα δυο παιδιά του έργου, που επειδή βαριούνται να ξαναδούν ένα παραμύθι με βασιλοπούλες, δράκους και ιππότες, αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Τι αγαπάτε πιο πολύ στον ρόλο σας; 

Α.Τ. Που μου ανέτρεψε μια κοσμοθεωρία που είχα φτιάξει σχετικά με τα παιδιά. Όπως και ο βασικός ρόλος που παίζω, ο κύριος Μπουρίνιας, έτσι κι εγώ, μέχρι να ξεκινήσουν οι παραστάσεις σχεδόν δεν τα άντεχα, ειδικά όταν βρισκόμουν με πολλά από αυτά σε ένα χώρο. Παίζοντας όμως αυτόν τον ρόλο κατάφερα να δω τον εαυτό μου σε μια υπερβολική εκδοχή και να καταλάβω πως μάλλον είχα τραβήξει κάποιον άλλον δρόμο από αυτόν που πραγματικά ήθελα να πάρω. Η τόση γκρίνια του Μπουρίνια με βοήθησε να σταματήσω να γκρινιάζω στη ζωή μου και για τα παιδιά και γενικώς. Όχι εντελώς βέβαια… Μια κάποια μικρή δόση γκρίνιας ίσως να είναι μερικές φορές και απαραίτητη. 

Β.Δ. Η Θεία  διαθέτει μια λόξα η οποία είναι ασυνείδητη και η δασκάλα μια λόξα την οποία επιδιώκει. Και στις δύο περιπτώσεις αγαπώ αυτή τους την ιδιαιτερότητα διότι είναι το στοιχείο που τους επαναφέρει την παιδικότητά τους.

Α.Χ. Βασικά αγαπώ το πιο προφανές του χαρακτηριστικό, ότι είναι παιδί. Ο Ρίκης και η Μάντα έχουν, όπως όλα τα παιδιά, φαντασία και όρεξη για παιχνίδι αλλά και πολύ έντονη αμφισβήτηση για τους κανόνες. Τους κανόνες που όπως φαίνεται και στην πορεία του έργου συχνά δεν έχουν άλλη λογική πέρα από την καθαρή επίδειξη αυταρχισμού.

Πώς αισθάνεστε που πρωταγωνιστείτε σε μια τόσο ιστορική παράσταση; Είχατε δει ή ακούσει σε κασέτα/δίσκο/CD την αυθεντική παράσταση του Μορμόλη της Ξένιας Καλογεροπούλου; Κι αν ναι τι αναμνήσεις είχατε;  

Α.Τ. Ήμουν αγέννητος όταν είχε ανέβει η παράσταση της κυρίας Καλογεροπούλου. Αισθάνομαι ευγνώμων πάντως, που συμμετέχω σε αυτό το ανέβασμα του Μορμόλη με αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους που όλοι τους έδωσαν μεγάλη αγάπη και αφοσίωση για να έχουμε αυτό το όποιο αποτέλεσμα και έχω ίσως και μια κρυφή επιθυμία, να γίνει και η δικιά μας παράσταση κάποτε ιστορική. Όταν μου είπε ο Παλούμπης και ο Κουκαλάνι να παίξω στην παράσταση και με ρώτησαν αν τον γνωρίζω τον Μορμόλη είπα, ναι βέβαια, αλλά είπα ψέματα. Δεν είχα ιδέα. Όταν βέβαια, άκουσα τα τραγούδια ήμουν σίγουρος πως κάπου, κάπως, κάποτε τα είχα ξανακούσει. 

Β.Δ. Γνώριζα την ύπαρξη του Μορμόλη, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ πριν να τον διαβάσω, να τον δω ή να τον ακούσω. Αισθάνομαι τυχερή που συνεργάζομαι με ταλαντούχους ανθρώπους, που μέσω της Συντεχνίας του Γέλιου μας δίνεται η δυνατότητα να αποδυναμώσουμε και να αποδομήσουμε – έστω για μιάμιση ώρα – τον στερεοτυπικό κόσμο των μεγάλων.

Α.Χ. Δυστυχώς δεν είχα δει ή ακούσει για το Μορμόλη παλαιότερα οπότε δεν μπορώ να πω ότι είχα γνώση της ιστορικότητας της παράστασης. Κατά τη διάρκεια των προβών, ψάχνοντας για το έργο είδα ότι είχε παιχτεί μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου,σε μια κρίσιμη ιστορικά στιγμή για την Ελλάδα. Επίσης μου έκανε εντύπωση ότι πολύς κόσμος ακούει τα τραγούδια του Μορμόλη ακόμη και τώρα, και το ακούν και τα παιδιά τους. Όλα αυτά σε αγχώνουν λίγο παραπάνω να υπηρετήσεις όσο καλύτερα μπορείς ένα τέτοιο έργο.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, οι μεγάλοι φοβούνται τον Μορμόλη;  

Α.Τ. . Κάποιοι μεγάλοι φοβούνται τον Μορμόλη, όχι όλοι… Τον Μορμόλη τον φοβούνται οι ίδιοι μεγάλοι που φοβούνται τους μετανάστες, τα πρεζάκια, τους ομοφυλόφιλους, τους πρόσφυγες, τον Ζακ Κωστόπουλο και οτιδήποτε διαφορετικό.  

Β.Δ. Γιατί δεν τον φοβούνται τα παιδιά… 

Α.Χ. Γιατί ο Μορμόλης είναι μια δύναμη που σε “ενεργοποιεί”, σε καλεί να αμφισβητήσεις αυτά που πίστευες μέχρι σήμερα. Να ξυπνήσεις τη φαντασία σου που βρίσκεται σε λήθαργο. Οι μεγάλοι δυστυχώς, τουλάχιστον σε αυτό το έργο, προτιμούν να μην αμφισβητούν τους κοινωνικούς κανόνες που τους έχουν υποβληθεί με υποδόριους τρόπους. Ίσως γιατί αμφισβητώντας τους χάνουν κάποιες σταθερές που έχουν παγιωθεί πολύ περισσότερο σε αυτούς από ότι σε ένα παιδί που τώρα πλάθει την προσωπικότητά του.

Πώς αντιδρούν τα παιδιά κατά τη διάρκεια όσο και μετά το τέλος της παράστασης; Τι θέλετε να έχει «κερδίσει» ο θεατής κάθε ηλικίας φεύγοντας από το θέατρο; 

Α.Τ. Έχουμε ζήσει πραγματικά «ροκ» στιγμές κατά την διάρκεια της παράστασης. Τα παιδιά ταυτίζονται τόσο πολύ με τον Μορμόλη που πραγματικά, σε κάποιες σκηνές που κάποιος από εμάς πάει να τον πειράξει, έχω νοιώσει πως μπορεί να μπουκάρουν στη σκηνή και να μας λιντσάρουν ανά πάσα στιγμή. Στο τέλος έρχονται και μας αγκαλιάζουν με τεράστιες αγκαλιές. Και όταν τα βλέπω φεύγοντας να κουνάνε τα χεράκια τους χαμογελώντας και να λένε, γεια σου κύριε Μπουρίνια… ε, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Έστω και λίγη από τη χαρά που παίρνουμε από αυτόν. Αν έχουμε καταφέρει να του δώσουμε να πάρει και αυτός μαζί του, λίγη χαρά και λίγη σκέψη, κάτι θα έχουμε καταφέρει.

Β.Δ. Τα παιδιά στο κοινό γίνονται τα παιδιά στη σκηνή. Γίνονται οι πρωταγωνιστές στο δικό τους έργο. Διασκεδάζουν με τα παθήματα των μεγάλων που δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ένα απλό, άδειο κουτί μπορεί να φτιάξει ολόκληρους κόσμους. Μετά το τέλος της παράστασης νομίζω πως απλά θέλουν να έρθουν σε επαφή με τον σκηνικό χώρο και να παίξουν όπως θα έκαναν στο σπίτι τους με τα παιχνίδια τους ή στο πάρκο με τον ήλιο και τα λουλούδια ή σε μια αλάνα κλωτσώντας μια μπάλα ή σε μια χωματερή φτιάχνοντας κούκλες και αυτοκινητάκια από σκουπίδια. Φεύγοντας από το θέατρο ο θεατής, θα ήθελα να νοιώσει πως όλα είναι εδώ. Τώρα. Πως όλα είναι πιθανά. Πως όλα μπορούν να συμβούν. Αρκεί να σκεφτεί πως ένα απλό κουτί μπορεί να γίνει ο δρόμος προς τη χαρά της γνώσης και της δημιουργίας.

Α.Χ. Υπάρχει μεγάλη διάδραση με τα παιδιά, όχι απαραίτητα προφορική. Ο Ρίκης και η Μάντα έχουν συμμέτοχους τα παιδιά σε όλη την ιστορία. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν πάνε οι “μεγάλοι” της παράστασης να πιάσουν το Μορμόλη. Ακούς τα παιδιά να ουρλιάζουν: “ΟΧΙ”, “ΔΑΓΚΩΝΕΙ !”. Τα παιδιά θα ήθελα να πάρουν μαζί τους έναν συνένοχο, μία φωνή που θα τους καλεί να αμφισβητούν και να μη σταματήσουν να αμφισβητούν, την ιδέα ότι όταν αντιστέκονται ο Μορμόλης θα είναι στο πλάι τους. Και για τους μεγάλους το ίδιο ελπίζω…